Κυριακή, 19 Ιανουαρίου 2014

Ο Περίπατος του Γιάννη

του Λευτέρη Μιχ. Καρχιμάκη

Ο Γιάννης έβγαλε τα γυαλιά του και έκλεισε το βιβλίο που διάβαζε στο ημίφως που του χάριζε η μικρή επιτραπέζια λάμπα του γραφείου του. Κοίταξε γύρω του για να δει τους 4 τοίχους του δωματίου που θα νοίκιαζε όσο καιρό σπούδαζε στην πρωτεύουσα. Είχε έρθει από την επαρχία βλέπετε  !

Τα μόνα έπιπλα και συνάμα πολυτέλεια που είχε ήταν ένα παλιό, μονό κρεβάτι που όποτε καθόταν έτριζε, ένα εξίσου παλιό γραφείο με τσίγκινο σκελετό και μια "σχολική" καρέκλα. Εντοιχισμένη υπήρχε μια κουζίνα και ένα ψυγείο. Σηκώθηκε να ξεμουδιάσει λίγο από το κρύο που τον περόνιαζε. Δεν είχε ανάψει καλοριφέρ, ο χειμώνας μόλις είχε αρχίσει και το όποιο πετρέλαιο αγόραζε, θα το χρειαζόταν αργότερα.


Αποφάσισε να πάει μια βόλτα την είχε ανάγκη. Λίγες ώρες πριν είχε γυρίσει από μια φοιτητική συνέλευση, με αίτημα τον αγώνα απέναντι στις νέες μεταρυθμίσεις στην παιδεία. Είχε καταψηφίσει την πρόταση και δεν έτρεφε αμφιβολίες για την επιλογή του. Παρόλα αυτά, δεν μπορούσε να ξεχάσει την συμβουλή ενός φίλου του πολύ ιδεολόγου και πολύ αισιόδοξου για την εποχή που ζούσαν :

" Νάφε και μεμνάσο απιστάν - Να θυμάσαι να αμφισβητείς με νηφαλιότητα".

Όμως γιατί του το είπε δεν αμφισβήτησε αυτόν τον ίδιο, τις επιλογές και τα παράλογα επιχειρήματα του ; Έλεγε πως έπρεπε να υπερασπισθούν την δημοκρατία και ότι επιχειρείται εσκεμμένη υποβάθμιση της παιδείας για να αναπαραχθούν άνθρωποι υπάκουοι, ανίκανοι να αντιδράσουν στην αδικία.
Αλλά ο Γιάννης σκέφθηκε " μα δημοκρατία δεν έχουμε" ;

Με αυτούς τους προβληματισμούς έκλεισε την πόρτα πίσω του και κατέβηκε στο στενό μπροστά στην πολυκατοικία του. Βαθιά μέσα του ήξερε πως τα εφαρμοστέα μέτρα θα υποβάθμιζαν τις σπουδές του αλλά δεν μετάνιωνε για την επιλογή του. Η δημοκρατία του είχε δώσει το δικαίωμα να αντιδράσει αλλά δεν μπορούσε, οι καημένοι οι γονείς του έδιναν το υστέρημα τους για να σπουδάσει, έπρεπε να τελειώσει όσο πιο γρήγορα μπορούσε και να αρχίσει να εργάζεται για να τους ελαφρύνει.

Στο επόμενο στενό είδε προφυλαγμένη κάτω από τις στέγες των πολυκατοικιών μια άστεγη ξαπλωμένη να γυρνάει στο πλάι και να ξερνάει. Δεν πρέπει να ήταν η πρώτη φορά γιατί η μυρωδιά σε έβρισκε από μακρυά και σε συνόδευε για μακρυά. Ήξερε ότι κι εκείνη είχε δικαίωμα στην υγεία αλλά δεν μπορούσε, δεν είχε τα χρήματα να ασφαλισθεί... Άφησε δίπλα της ένα νόμισμα και συνέχισε τον δρόμο του.

Αποφάσισε να βγει στην κεντρική λεωφόρο, αλλά δύο παραλλήλους πιο πριν άκουσε κρότους, συνθήματα και την μύτη του τσίγκλισε η ενοχλητική αίσθηση των χημικών στον αέρα. Ήταν μια πορεία ενάντια στην ακροδεξιά που γνώριζε ιδιαίτερη έξαρση στην χώρα του εκείνη την εποχή. Για μια στιγμή αμφιταλαντέυθηκε, ήθελε να συμμετάσχει και ήξερε πως είχε το δικαίωμα αλλά φοβήθηκε μήπως υπάρξουν φασαρίες ! Κι αν τον προσήγαγαν ; Τι θα έλεγε στην μητέρα του ;

"Όχι" αποφάσισε, " δεν μπορώ " και επέστρεψε στο σπίτι του για να κοιμηθεί.

Την επόμενη το πρωί πήγε στο μάθημα δίχως αμφιβολίες, χαρούμενος. Ο καθηγητής θα τους εισήγαγε στην αρχή της διάκρισης των εξουσιών και τους ρώτησε ποιες είναι οι εξουσίες σε ένα κράτος. "Εύκολο" σκέφθηκε και σήκωσε το χέρι του για να απαντήσει. Ωστόσο ο καθηγητής επέλεξε κάποιον άλλον που ευθύς αμέσως απάντησε η "αστυνομία", ο καθηγητής ρώτησε άλλον πάλι, που τον κοίταγε για ώρα με αμηχανία  και έπειτα τρίτον που απάντησε βλοσυρά ο στρατός.

Τότε κατέβασε το χέρι του και μια τρελή ιδέα εισέβαλε στο μυαλό του Γιάννη που τον τρομοκράτησε : Μήπως δεν έχουμε δημοκρατία αλλά "δημοκρατία" ;

ΥΓ : Το κείμενο αφιερώνω στον καθηγητή μου Δημήτρη που μου έμαθε να σκέπτομαι ...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου